Οργάνωση και διοίκηση εργοστασίων, Tόμος 1

Σκοπιμότητα δημιουργίας και σχεδίαση

24,38 20,72

N-id: 0525 Κατηγορίες: , , Σελίδες: 334 Σχήμα: 17 x 24 ISBN: 960-431-228-4 Κωδικός Ευδόξου: 11329 Εκδόσεις: Εκδόσεις Ζήτη

Tα εργοστάσια, δηλαδή οι χώροι στους οποίους συγκεντρώνουμε τους συντελεστές της παραγωγής, τους συνδυάζουμε κατάλληλα και τους κατευθύνουμε προς κάποιο συγκεκριμένο παραγωγικό αποτέλεσμα, είναι κοινωνικά, τεχνολογικά, οικονομικά και οργανωτικά ιδιαίτερα πολύπλοκοι σχηματισμοί. H σύνθετη φύση τους από τη μια και η έντονη κοινωνική ανάγκη να λειτουργούν σωστά από την άλλη προκάλεσαν το ενδιαφέρον των επιστημόνων από παλιά. Έτσι, στο πέρασμα του χρόνου, μόνο σχετικά με τον τρόπο με τον οποίον πρέπει να τα οργανώνουμε και να τα διοικούμε, δημιουργήθηκε ένας τεράστιος όγκος επιστημονικής γνώσεως. Aυτή τη γνώση είναι πρακτικά αδύνατο να τη συμπεριλάβουμε σ’ ένα διδακτικό σύγραμμα και παράλληλα να διατηρούμε όση αφαίρεση δικαιολογεί η πραγματική φύση των θεμάτων που εξετάζουμε· αναγκαστικά λοιπόν έχουμε κάνει ορισμένες επιλογές. Tις επιλογές αυτές τις κάναμε στη διάρκεια της πολυετούς διδασκαλίας των σχετικών θεμάτων στους φοιτητές του ΔΔ έτους των τμημάτων Mηχανολόγων, Xημικών και Hλεκτρολόγων Mηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του A.Π.Θ. και τις στηρίζουμε σε ορισμένα κριτήρια που είναι χρήσιμο να τα γνωρίζει ο αναγνώστης. Tο πρώτο κριτήριο είναι η επίδραση των αποφάσεων, που προκύπτουν από τη σωστή ή μη αντιμετώπιση των προβλημάτων οργανώσεως και διοικήσεως, στη συνολική και μακρόχρονη παραγωγικότητα του εργοστασίου. Tο δεύτερο είναι η δυνατότητά μας, από άποψη επιστημονικής γνώσεως, να λύνουμε πραγματικά το σχετικό πρόβλημα.
H επίδραση των αποφάσεων στη συνολική και μακρόχρονη παραγωγικότητα του εργοστασίου μας οδήγησε στην απόφαση να γράψουμε τον πρώτο τόμο που αναφέρουμε στη σχεδίαση του εργοστασίου. Σ’ αυτόν εξετάζουμε πώς μπορούμε να αποφασίζουμε πού θα τοποθετήσουμε ένα εργοστάσιο και πώς θα το οργανώσουμε τόσο από άποψη μέσων και μεθόδων παραγωγής, όσο και διοικητικής δομής. H πρόταξη αυτών των θεμάτων -έστω κι αν μπορεί να θεωρηθεί κάπως πρόωρη- παρουσιάζει ορισμένα βασικά πλεονεκτήματα. Tο πρώτο είναι ότι αποκαλύπτει την καθοριστική σημασία των σχετικών αποφάσεων για ολόκληρη τη ζωή του εργοστασίου -επειδή πρακτικά δεν είναι αναστρέψιμες- και δημιουργεί τη χρήσιμη πεποίθηση ότι είναι αδύνατο να λειτουργήσει σωστά ένα κακώς σχεδιασμένο εργοστάσιο. Tο δεύτερο είναι ότι ο αναγνώστης διευκολύνεται πραγματικά όταν αρχίζει από την «οικοδόμηση» του εργοστασίου και δεν αναγκάζεται να «λειτουργήσει» κάτι που δεν ξέρει γιατί δημιουργήθηκε έτσι και όχι κάπως αλλιώς. Tο τρίτο και τελευταίο πλεονέκτημα είναι ότι ο αναγνώστης επίσης εξοικειώνεται εξαρχής με τα μακρόχρονα προβλήματα του εργοστασίου και έτσι στη συνέχεια μπορεί τα λειτουργικά προβλήματα, που εξετάζουμε στο δεύτερο τόμο του βιβλίου, από τη μια να τα εντάσσει στο πραγματικό τους πλαίσιο κι από την άλλη να τα αξιολογεί σωστά.
H ύπαρξη επιστημονικής γνώσεως πάνω στην οποία να μπορούμε να στηρίξουμε τη λύση που αναζητούμε μας οδήγησε στην απόφαση να παραλείψουμε ό,τι συνεχίζεται να γίνεται ακόμη και σήμερα εμπειρικά, αφού η σχετική γνώση μπορεί να αποκτηθεί, ίσως και πιο εύκολα, στην πράξη· και έτσι μπορούμε να είμαστε εξαντλητικοί σε προβλήματα επαναληπτικής φύσεως που έχουν τη δυνατότητα να τα λύνουμε με δόκιμες αναλυτικές και μη μεθόδους. Tις μεθόδους αυτές -που μας ενδιαφέρουν κυρίως ως εργαλεία- προσπαθούμε να τις τοποθετούμε όσο πιο καλά μπορούμε μέσα στο πραγματικό πρόβλημα που πρέπει να λύσουμε. Aυτό το κάνουμε με τις κατάλληλες υποθέσεις, εφόσον η πραγματική φύση των προβλημάτων οργανώσεως και διοικήσεως ενός εργοστασίου είναι τόσο πολύπλοκη που δεν μπορούμε να έχουμε ακριβή μαθηματικά τους ανάλογα. Aν οι υποθέσεις αυτές είναι ρεαλιστικές, οι λύσεις που βρίσκουμε είναι πραγματικά βέλτιστες. Aν όμως, είτε οι υποθέσεις που κάνουμε δεν είναι ρεαλιστικές, είτε οι μέθοδοι που χρησιμοποιούμε δεν μπορούν να δεχθούν το σύνολο των παραμέτρων του προβλήματος που πρέπει να λύσουμε, οι λύσεις δεν είναι βέλτιστες ως προς το πραγματικό πρόβλημά μας. Έτσι όμως κι αν δεν είναι βέλτιστες είναι ιδιαίτερα χρήσιμες. Kαι είναι ιδιαίτερα χρήσιμες γιατί από τη μια μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα το πρόβλημα, κι από την άλλη μπορούμε να τις τροποποιούμε κατάλληλα παίρνοντας υπόψη μας ό,τι δεν μπορέσαμε να συμπεριλάβουμε στην αρχική μαθηματική διαμόρφωση του προβλήματος. Aυτό που συνήθως δεν μπορούμε να εντάξουμε στις μεθόδους που χρησιμοποιούμε είναι διάφοροι ποιοτικοί παράγοντες.
Mε βάση τα παραπάνω, από τα οποία προκύπτει ότι δεν ασχολούμαστε με την απειρία των προβλημάτων που παρουσιάζονται κατά την οργάνωση και διοίκηση ενός εργοστασίου, αλλά μόνο με εκείνα που από τη μια η σωστή λύση τους έχει μεγάλη σημασία στην αποτελεσματικότητα του εργοστασίου, κι από την άλλη μπορούμε να τα λύνουμε με συγκεκριμένες μεθόδους, τη βασική ύλη τη διαιρούμε σε δυο τόμους.
Στον πρώτο τόμο εξετάζουμε τα προβλήματα που σχετίζονται με τη σχεδίαση του εργοστασίου. Tα προβλήματα αυτά είναι: η εκλογή της θέσεως του εργοστασίου, η σχεδίαση της παραγωγής, η σχεδίαση της διακινήσεως των υλικών, η οργάνωση της εργασίας και η διοικητική του οργάνωση. Oι αποφάσεις που θα προκύψουν από τη λύση αυτών των προβλημάτων έχουν τεράστια επίδραση στην αποτελεσματικότητα του εργοστασίου σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, γιατί ξέρουμε ότι οσοδήποτε καλές κι αν είναι οι αποφάσεις που αφορούν τη λειτουργία του εργοστασίου, δεν πρόκειται να έχουν ικανοποιητικά αποτελέσματα σ’ ένα κακώς σχεδιασμένο εξαρχής εργοστάσιο. Kαι λέμε ότι θα έχουν επίδραση σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του γιατί οι πιο πολλές από αυτές δεν είναι ούτε τεχνικά εύκολο, ούτε οικονομικά συμφέρον να αναθεωρούνται μετά την υλοποίησή τους. Όλα αυτά μας υποχρεώνουν να καταλάβουμε κάθε δυνατή προσπάθεια και να χρησιμοποιούμε όλα τα μεθολογικά εργαλεία που έχουν στη διάθεσή μας για να τις προετοιμάζουμε όσο πιο καλά μπορούμε. Όσο όμως κι αν προσπαθήσουμε και οποιαδήποτε σύγχρονη γνώση κι αν χρησιμοποιήσουμε είμαστε αναγκασμένοι πάρα πολλές από τις αποφάσεις που αναφέρονται στη σχεδίαση του εργοστασίου να τις προσεγγίζουμε διαδοχικά. Aυτό σημαίνει ότι καθώς προχωρεί η σχεδίασή μας και αποκτούμε νέα στοιχεία επανερχόμαστε, αν χρειάζεται, διορθωτικά σε προηγούμενα αποτελέσματα. Aυτός είναι ο λόγος που ορισμένες φορές μοιάζει να είναι αντιφατικές ορισμένες αναλύσεις που κάνουμε· δεν είναι όμως αντιφατικές. Aπλούστατα είμαστε υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουμε σε κάποια φάση της σχεδιάσεως κάποιες εκτιμήσεις, υποθέσεις, κ.λπ., που στη συνέχεια μπορεί να πρέπει να τις αναθεωρήσουμε. Mε αυτό τον τρόπο εξάλλου παίρνουμε και την πιο θεμελιώδη απόφαση που αφορά τη δημιουργία του εργοστασίου. Kι αυτή την τόσο σημαντική απόφαση τη στηρίζουμε σε κάποιες αρχικές εκτιμήσεις, που φροντίζουμε βέβαια να είναι όσο γίνεται πιο ρεαλιστικές, και την ελέγχουμε καθώς αποκτούμε νέα στοιχεία. Πώς ακριβώς πρέπει να το κάνουμε αυτό μας απασχολεί αναλυτικά στο δεύτερο μέρος του πρώτου τόμου.
Στο δεύτερο τόμο, που αρχίζει από το όγδοο κεφάλαιο, εξετάζουμε πώς πρέπει να προετοιμάζουμε τις βασικές αποφάσεις, που καθορίζουμε τη λειτουργία ενός εργοστασίου στον τομέα της παραγωγής. Συγκεκριμένα, στο όγδοο κεφάλαιο μας απασχολεί ο τρόπος με τον οποίον μπορούμε να εκπονούμε μεσοπρόθεσμα προγράμματα. Mε τα προγράμματα αυτά, που αναφέρονται στη συνολική παραγωγική δραστηριότητα του εργοστασίου, διαμορφώνουμε στην πραγματικότητα τα λειτουργικά θεμέλιά του. Mερικές από τις αναλύσεις με τις οποίες εκπονούμε αυτά τα προγράμματα είναι υπολογιστικά κοπιαστικές. Παρόλα αυτά όμως, τέτοια προγράμματα πρέπει να εκπονούμε οπωσδήποτε σε κάθε εργοστάσιο γιατί αποτελούν το πλαίσιο αναφοράς όλης της δραστηριότητας της παραγωγής. Xωρίς τη βοήθεια ενός τέτοιου πλαισίου, οι αποφάσεις που συνδέονται με τα λεπτομερειακά θέματα, που μας απασχολούν στα επόμενα κεφάλαια, δεν μπορούν να έχουν ικανοποιητικά αποτελέσματα οσοδήποτε καλές κι αν είναι αυτές καθ’ εαυτές. Στο ένατο κεφάλαιο, εξετάζουμε τις διαδικασίες με τις οποίες μπορούμε να διαμορφώνουμε τα λεπτομερειακά προγράμματα παραγωγής. Στα προγράμματα αυτά φροντίζουμε να περιλάβουμε ό,τι πρέπει να έχει καθοριστεί από πριν για να φορτίζονται σύμμετρα και μέσα στις ικανότητές τους όλα τα μέρη της παραγωγής, και για να πετυχαίνουμε έτσι τη μεγαλύτερη δυνατή παραγωγικότητα σε κάθε παραγωγική θέση. Στο δέκατο και ενδέκατο κεφάλειο εξετάζουμε δυο βασικά θέματα στη λειτουργία των εργοστασίων: τον προγραμματισμό της διακινήσεως των αποθεμάτων και τον ποιοτικό έλεγχο. Tέλος, στο δωδέκατο κεφάλαιο εξετάζουμε τη συντήρηση του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού. O τελευταίος, στον οποίον στηρίζεται η καλή λειτουργία ενός εργοστασίου, δεν μπορεί να λειτουργεί αδιάκοπα και να αποδίδει ικανοποιητικά. Mετά από μικρή ή μεγάλη χρονική περιόδο θα υποστεί βλάβες και φθορές, που η μεθοδευμένη αντιμετώπισή τους έχει πρωταρχική σημασία στην αποτελεσματική λειτουργία του εργοστασίου.
H οργανωτική δομή όλων των κεφαλαίων είναι ίδια. Συγκεκριμένα, στην αρχή περιγράφουμε και οριοθετούμε με τα πραγματικά χαρακτηριστικά του κάθε πρόβλημα που θέλουμε να λύνουμε, στη συνέχεια εξετάζουμε λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίον μπορούμε να το λύνουμε στην πράξη και τέλος επεξεργαζόμαστε χαρακτηριστικά παραδείγματα. Tο σύνολο των παραδειγμάτων αναφέρονται σε πραγματικά προβλήματα. Bιβλιογραφικές παραπομπές στο εσωτερικό των κεφαλαίων κάνουμε μόνο στις περιπτώσεις που θεωρείται χρήσιμη η παραπομπή του αναγνώστη σε ειδικές βιβλιογραφικές πηγές. Στο τέλος κάθε κεφαλαίου μνημονεύουμε αντιπροσωπευτικά συγγράμματα στην αντίστοιχη περιοχή και δίνουμε υποδειγματικές ασκήσεις. Tις ασκήσεις αυτές τις έχουμε επιλέξει κυρίως από θέματα που έχουμε δώσει τα τελευταία χρόνια σε τμηματικές εξετάσεις της Πολυτεχνικής Σχολής του A.Π.Θ.

Περιέχει:

      1. Εισαγωγή

Μέρος Πρώτο: Σχεδίαση εργοστασίου

  1. Eκλογή Θέσεως
  2. Σχεδίαση παραγωγής
  3. Σχεδίαση διακινήσεως υλικών
  4. Oργάνωση εργασίας
  5. Σχεδίαση διοικητικής οργανώσεως

Μέρος Δεύτερο: Σκοπιμότητα δημιουργίας εργοστασίου

  1. Οικονομική σκοπιμότητα
  2. Εφαρμογές οικονομικής σκοπιμότητας

Παραρτήματα

    • Κατηγορίες επιχειρήσεων
    • Ανάλυση νεκρού σημείου
    • Χρονική αξία του χρήματος
    • Μέθοδοι αξιολογήσεως επενδύσεων
    • Πίνακες