Χάρτες & Ιστορίες

Ελληνικές Τοπογραφίες της Αναγέννησης και των Φώτων

19,08 16,22

N-id: 1288 Κατηγορίες: , , , , Ετικέτα: Σελίδες: 256 Σχήμα: 14 x 21 Xρονολογία: 2008 ISBN: 978-960-456-101-8 Κωδικός Ευδόξου: 11404 Εκδόσεις: Εκδόσεις Ζήτη

Τόμος 2: Ταξίδια με χάρτες σε τόπους και ουτοπίες

Οι χάρτες είναι αναπαραστάσεις και προβολές, οργανωμένες και αναγνώσιμες εικόνες της φύσης και του πολιτισμού. Εποπτικά βοηθήματα και ερμηνευτικά εργαλεία, οι χάρτες εκφράζουν την εποχή τους, τις ανάγκες, τις ιδέες και τις πράξεις του καιρού που φτιάχτηκαν. Έτσι, οι τρόποι με τους οποίους «είδαν» τον ελληνικό χώρο οι χαρτογράφοι της Αναγέννησης και των Φώτων, δεν είναι απλά νοητικές αναπαραστάσεις και προβολές, εικόνες άμοιρες των γεγονότων. τόσο των συγκυριακών –εκείνων που προκύπτουν από διοικητικές, οικονομικές, θρησκευτικές ή στρατιωτικές πρακτικές–, όσο και εκείνων που καθόρισαν τον ρου των πραγμάτων: τον Ουμανισμό, την Τυπογραφία, την Μεταρρύθμιση, την Επανάσταση.
Τα μελετήματα αυτού του τόμου επιχειρούν να φωτίσουν τις σχέσεις ανάμεσα στους χάρτες των τόπων και τις ιστορίες τους, καθώς και τους τρόπους με τους οποίους αυτά ακουμπούν στην Ιστορία. Είναι αυτοτελείς ιστορικές σπουδές που λειτουργούν “τηλεσκοπικά”, προχωρούν δηλαδή από τους μικρότερους τόπους προς τους μεγαλύτερους: από ένα νησί σε ένα νησιωτικό σύμπλεγμα, μια επαρχία, μια περιφέρεια για να καταλήξουν στην Ελλάδα, ως ενιαία εθνοπολιτιστική οντότητα. H χαρτογραφική επίσκεψη των ελληνικών τόπων ξεκινά από μια μικροσκοπική γεωγραφική ενότητα, ένα μικρό νησί των Κυκλάδων, την Σύρο, την εποχή της μετάβασής της από την λατινική στην οθωμανική κυριαρχία. Ακολουθεί η διερεύνηση της γεωγραφικής ταυτότητας ενός νησιωτικού συμπλέγματος, των Επτανήσων, κατά την περίοδο της ενετικής κυριαρχίας. Έπεται η χαρτογραφική ιστορία μιας επαρχίας-κλειδί της οθωμανικής Ελλάδας, της Λοκρίδας, «της πύλης της Ελλάδας», όπως την περιέγραψαν οι ιστορικοί του 19ου αιώνα. Ακολουθεί η διερεύνηση της ιστορίας της χαρτογραφίας μιας κεντρικής και ιστορικής γεωγραφικής περιφέρειας, της Θράκης, διπλά σημαντικής, τόσο λόγω του ζητήματος της ένταξής της ή μη στον χάρτη της Ελλάδας όσο και της γεωπολιτικής βαρύτητας που της προσέδιδε η έδρα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στις χαρτογραφικές αναπαραστάσεις του ιερού τόπου της ορθοδοξίας, του Αθω, είναι αφιερωμένο ένα επιμέρους κεφάλαιο, ενώ τα δύο τελευταία εστιάζονται στις χαρτογραφικές προσλήψεις της Ελλάδας, όπως τις επεξεργάστηκε ο αναγεννησιακός ουμανισμός (Νικόλαος Σοφιανός) και ο προεπαναστατικός ριζοσπαστικός πατριωτισμός (Ρήγας Φεραίος). Τέλος, αντί συμπερασμάτων, το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου εστιάζεται στις διεργασίες συγκρότησης του εθνικού ελληνικού χώρου κατά την κρίσιμη πεντηκονταετία πριν την Eλληνική Επανάσταση.
Οι μελέτες που απαρτίζουν τον τόμο είναι κατά βάση εμπειρικές. Μέσα από πολλαπλές προσεγγίσεις και ολοένα και μεγαλύτερους ομόκεντρους κύκλους, αναδεικνύονται οι επαναλαμβανόμενοι κοινοί τόποι της ποιητικής και της πολιτικής των χαρτογραφικών αναπαραστάσεων της Ελλάδας κατά τους αιώνες της Αναγέννησης και των Φώτων, καθώς και οι μορφωτικοί, πολιτικοί και κοινωνικοί όροι της πρόσληψης του ελληνικού χώρου.
Οι χαρτογραφικές αναπαραστάσεις του παρελθόντος, προϊόντα των δυνατοτήτων και των προτεραιοτήτων άλλων εποχών, είναι προτάσεις τις οποίες η ιστορία έχει πλέον ξεπεράσει, όπως οι ιεροί χάρτες, τα νησολόγια, οι υβριδικοί αρχαιογνωστικοί χάρτες που προβάλλουν την αρχαιότητα στη σύγχρονη κατάσταση των τόπων. Η μελέτη τους σήμερα επιτρέπει να συμπληρώσουμε πολλά κενά από την ιστορική εικόνα της Ελλάδας. Κυρίως όμως επιτρέπει να κατανοήσουμε την ιστορικότητα εννοιών, ορισμών και αναπαραστάσεων που παραμένουν στο ιστορικό υπόβαθρο της δικής μας πρόσληψης του ελληνικού χώρου και, σε μεγάλο βαθμό, την καθορίζουν ακόμα.


Οι χαρτογράφοι είναι εξ ορισμού άνθρωποι πρακτικοί. Προσπάθειά τους είναι πάντοτε να αποδώσουν, με τρόπο εύληπτο και σαφή, λειτουργικά σύνολα δεδομένων που εγγράφονται στον χώρο. Σκοπός τους είναι να στηρίξουν την διαχείριση ποικίλων ζητημάτων, ως επί το πλείστο γνωστικών. Ωστόσο, πίσω από την διδακτική σαφήνεια και αμεσότητά τους, οι χάρτες παραμένουν σύνθετα ιστορικά τεκμήρια: τράπεζες μνήμης και, ταυτόχρονα, εργαλεία αναλογικού στοχασμού, ερμηνείες της ρευστής πάντοτε σχέσης που διατηρούν οι κοινωνίες με τον χώρο.
Η περίπτωση των χαρτών του ελληνικού χώρου παρουσιάζει ορισμένες επιπλέον ιδιαιτερότητες, στις οποίες πρέπει να αναφερθούμε ευθύς εξαρχής. Οι χάρτες της Ελλάδας και των περιοχών της συγκροτούνται κατά τους χρόνους των ξένων κυριαρχιών. Ανάμεσα στον 14ο και τον 17ο αιώνα, οι ύστερες βυζαντινές ηγεμονίες και οι λατινικές κτήσεις στην ελληνική Ανατολή κατακτούνται διαδοχικά και ενσωματώνονται στον οθωμανικό κόσμο. Οι ελληνικές χώρες θα γίνουν τελικά χώρες του σουλτάνου. Η απουσία μιας ελληνικής κρατικής οντότητας και των αντίστοιχων μηχανισμών της έχει σαν αποτέλεσμα ο ορισμός του ελληνικού χώρου και οι ποικίλες αναπαραστάσεις του να υπόκεινται σε εξωγενείς, ως επί το πλείστον παράγοντες. Πράγματι, ο ορισμός της Ελλάδας και των περιοχών της –οπότε και οι χαρτογραφικές τους αναπαραστάσεις– προτείνονται από ποικίλα κέντρα της ανερχόμενης Δύσης, η διείσδυση της οποίας εντείνεται στην ελληνική Ανατολή. Για τους λόγους αυτούς οι χάρτες του ελληνικού χώρου εκφράζουν διαφορετικές και συχνά αντίζηλες προσεγγίσεις και προτεραιότητες. Επιπλέον, στις διεργασίες κατασκευής τους συναντιούνται επάλληλες παραδόσεις: οι πρακτικές των εμπορευομένων ναυτικών αλλά και οι αυτοψίες των ξένων παρατηρητών, οι θεωρητικές επεξεργασίες των λογίων και τα στρατηγήματα των τεχνικών της αποικιακής εξάπλωσης. Σε αυτές τις αναγνώσεις αντιπαρατίθενται οι φιλοδοξίες των ελλήνων πατριωτών, αλλά και οι γεωγραφικές ανάγκες των παραδοσιακών ελληνικών κοινωνιών, ναυτικού αρχικά και μετέπειτα θρησκευτικού αλλά και γνωστικού τύπου.
Την εποχή κατά την οποία οι ελληνικές περιοχές ήσαν στο μεγαλύτερο ποσοστό τους μέρος του οθωμανικού αυτοκρατορικού συγκροτήματος, η Ελλάδα αναδύεται για μια ακόμη φορά μετά τους ρωμαϊκούς χρόνους ως διακριτή γεωγραφική περιοχή. Οι ουμανιστές χαρτογράφοι του 15ου και του 16ου αιώνα, βασιζόμενοι στην περιφερειακή διαίρεση του αρχαίου κόσμου που πρότεινε ο Στράβων και ο Πτολεμαίος, θα επεξεργαστούν κριτικά τις αρχαίες και τις νεώτερες περιγραφές και θα προτείνουν ανάμεσα στους πρώτους περιφερειακούς χάρτες των περιοχών του “Παλαιού Κόσμου” και χάρτες της Ελλάδας, αρχαίας και νεώτερης. Πρόκειται πάντα για την Ελλάδα όπως την ορίζει ο Στράβων και ο Πτολεμαίος, ωστόσο οι νέες αναπαραστάσεις συνδυάζουν τα αρχαία δεδομένα, τις αυτοψίες νεώτερων παρατηρητών και τις εμπειρικές χαρτογραφήσεις των ναυτικών. Οι αναπαραστάσεις αυτές έχουν συχνά έναν μεικτό, χαρακτηριστικά ουμανιστικό χαρακτήρα, καθώς συνδυάζουν στοιχεία από την αρχαιότητα και τους νεώτερους χρόνους, ενώ τα ένθετα επεξηγηματικά τους σχόλια αναφέρονται στην αρχαία δόξα του τόπου και την σημερινή του εξαθλίωση. Οι χάρτες αυτοί εμφορούνται από την διδακτική ηθική του ουμανισμού και λειτουργούν ως αλληγορικές εικόνες των κύκλων της ιστορίας και της ματαιότητας των ανθρωπίνων πραγμάτων.
Τα χαρτογραφικά πρότυπα της Ελλάδας και των περιοχών της θα ολοκληρωθούν ήδη στα μέσα του 16ου αιώνα, θα παγιωθούν και θα διαδοθούν ευρύτατα δια της Τυπογραφίας. Τα πρότυπα αυτά θα αποτελέσουν την βάση των χαρτογραφήσεων της Ελλάδας που συναντάμε στους άτλαντες έως τις αρχές του 19ου αιώνα. Στο ίδιο διάστημα παρατηρείται και η άνθηση της τοπογραφίας των ελληνικών περιοχών. Τα νησολόγια θα ξεναγήσουν το δυτικό κοινό στα ελληνικά νησιά, επιμένοντας στα αξιομνημόνευτα συμβάντα και στο φράγκικο παρελθόν τους. Παράλληλα η αναδυόμενη περιφερειακή χαρτογραφία και τοπογραφία θα προτείνουν αναλυτικούς χάρτες των περιοχών του ελληνικού χώρου. Η χαρτογραφία αυτή συνδέεται με τις προσπάθειες της Βενετίας να περισώσει το δίκτυο των ανατολικών κτήσεών της, το Levante Veneto. Τα σημεία ακμής της σχετικής παραγωγής παρατηρούνται γύρω από σημαντικά πολεμικά γεγονότα, όπως ο πόλεμος της Κύπρου (1570-72), της Κρήτης (1645-1669) ή της πρόσκαιρης κατάληψης της Πελοποννήσου από τους Βενετούς (1685-1715). Πρόκειται για μια χαρτογραφία εγκωμιαστικού και προπαγανδιστικού χαρακτήρα, που εορτάζει τις νίκες και κοινοποιεί στο ευρωπαϊκό κοινό τα ανδραγαθήματα που έλαβαν χώρα στα βενετσιάνικα “βασίλεια” της Ανατολής.
Οι Βενετοί δεν ήσαν οι μόνοι διεκδικητές. Οι Γάλλοι κυρίως, αλλά και οι Ολλανδοί, οι Βρετανοί κι αργότερα οι Ρώσοι θα επιχειρήσουν παράλληλες οικονομικές ή στρατηγικές διεισδύσεις στην καθ’ ημάς Ανατολή. Τα εμπορικά, πολιτικά και θρησκευτικά προνόμια που απολάμβαναν οι Γάλλοι στην οθωμανική αυτοκρατορία από τις διομολογήσεις του 16ου αιώνα, δημιουργούσαν προϋποθέσεις για αντικατάσταση των Βενετών και την υπαγωγή των «εμπορίων» του Λεβάντε στην γαλλική επιρροή. Οι γαλλικές πρωτοβουλίες θα είναι πυκνές και, από τα τέλη του 17ου αιώνα και μετά, ο χάρτης της Ελλάδας θα γίνει γαλλική υπόθεση. Η γαλλική χαρτογραφία της Ελλάδας του 18ου αιώνα, λόγια και τεχνολογική ταυτόχρονα, θα στηριχθεί σε νέες αυτοψίες και θα εμβαθύνει εξίσου στην μαθηματική και την αρχαιογνωστική αποτύπωση της Ελλάδας και των περιοχών της.
Οι ανταποκρίσεις των Ελλήνων πρέπει να αναζητηθούν στην δημώδη και συχνά ανώνυμη ναυτική χαρτογραφική παραγωγή του 16ου και 17ου αιώνα. Η παραγωγή αυτή είναι προϊόν της αφύπνισης της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας, της σύνδεσής της με την βενετική οικονομία και της ανταπόκρισής της στις δημώδεις χαρτογραφικές πρακτικές της Μεσογείου. Τα πράγματα είναι πιο σύνθετα για τους ανθρώπους της ξηράς. Στις παραδοσιακές αγροτικές κοινωνίες οι γεωγραφικές έννοιες βιώνονται εμπειρικά. Η διαχείριση των ζητημάτων του χώρου σε μικρή κλίμακα είναι υπόθεση των “γερόντων και πραχτικών ανθρώπων” που συντηρούν στη μνήμη τους την οριοθέτηση της έγγειας ιδιοκτησίας. Σε μεγαλύτερη κλίμακα ο χώρος παραμένει συνδεδεμένος με τις προσκυνηματικές πρακτικές και την εκκλησιαστική διοίκηση και βιώνεται μέσα από τις λειτουργίες του δικτύου που διαρθρώνουν οι μητροπόλεις με τις ενορίες τους, τα μοναστήρια με τα μετόχια τους και οι μεγάλες πανηγύρεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο περιοδικών θρησκευτικών εορτών. Για την παραδοσιακή, την αγροτική κοινωνία, ο χώρος καθορίζεται από την ευσέβεια.
Ο ιερός χώρος θα αποτελέσει το αντικείμενο πολλών απεικονίσεων και περιγραφών. Και εδώ οι ελληνικές πρωτοβουλίες αποτελούν ανταποκρίσεις σε παλαιότερες δυτικές πρακτικές αναπαράστασης και περιγραφής του χώρου, τις οποίες μεταβολίζουν μέσα από ντόπια παραδοσιακά συστήματα πρόσληψης και αναπαράστασης. Στα μέσα του 17ου αιώνα κάνουν την εμφάνισή τους και οι ιεροί ορθόδοξοι χάρτες, χαλκογραφίες μεγάλου συνήθως σχήματος που αναπαριστούν το Σινά, τον Αθω και τα Ιεροσόλυμα. Πρόκειται για ενδιαφέροντα τοπογραφικά υβρίδια, προϊόντα της συνάντησης του λόγιου με το λαϊκό, του θρησκευτικού με το πολιτικό, του δυτικού με το ανατολικό.
Οι λόγιες προσλήψεις του ελληνικού χώρου εκδηλώνονται παράλληλα με τις παραδοσιακές, με διαφορετική ωστόσο ένταση και πυκνότητα. Ήδη από τον 15ο αιώνα φανερώνονται τα πρώτα σημάδια της νέας αντιμετώπισης. Αυτή προέρχεται από τους έλληνες λόγιους που ενσωματώνονται στο ουμανιστικό περιβάλλον. Με αφετηρία τους αρχαίους και τους βυζαντινούς γεωγράφους οι έλληνες ουμανιστές θα εμβαθύνουν στον ορισμό και το περιεχόμενο μιας διακριτής ιστορικής και πολιτισμικής ελληνικής οντότητας. Πρώτη χαρτογραφική πρωτοβουλία της ελληνικής λογιοσύνης είναι ο μεγάλος χάρτης της Ελλάδας του κερκυραίου ουμανιστή Νικόλαου Σοφιανού (Ρώμη, 1540), που παρουσιάζει τα εδάφη της χαμένης βυζαντινής αυτοκρατορίας και την ελληνορωμαϊκή τους κληρονομιά. Ο χάρτης παρουσιάζει την Ελλάδα ως μέρος του ενοποιημένου και εκχριστιανισμένου ρωμαϊκού κόσμου, και προωθεί μια ιδέα της Ελλάδας, ως ενεργού συντελεστή της ουμανιστικής κληρονομιάς.
Ένα αρχαιογνωστικό κύμα θα παρασύρει την χαρτογραφία της Ελλάδας κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα, με αποτέλεσμα να κυκλοφορήσουν πολλοί χάρτες και περιγραφές, αλλά και αναλυτικοί αρχαιογνωστικοί άτλαντες του ελληνικού χώρου. Σε αυτήν την παράδοση θα ακουμπήσει η ελληνική γεωγραφία και χαρτογραφία του 17ου και του 18ου αιώνα και θα της προσδώσει έναν πατριωτικό, πρώιμα εθνικό χαρακτήρα. Η τελευταία χαρτογραφική πρωτοβουλία του ελληνικού ουμανισμού είναι η Χάρτα της Ελλάδος του Ρήγα (Βιέννη, 1797). Η Ελλάδα του Ρήγα καλύπτει την ίδια έκταση με την Ελλάδα του Σοφιανού, ωστόσο δεν πρόκειται πλέον για την ρωμαϊκή Ελλάδα των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Στο έργο αυτό ο Ρήγας επιχειρεί να δώσει μια χαρτογραφική εικόνα του ελληνορθόδοξου γένους, ως προϊόντος της συνεχούς διασποράς των ελλήνων στον χώρο και τον χρόνο: από τους αρχαίους ελληνικούς αποικισμούς, στους ελληνιστικούς χρόνους και από την βυζαντινή αυτοκρατορία στην ηγεμονία των Φαναριωτών στα Βαλκάνια.
Σε αυτή την σύνθετη κληρονομιά, λόγια και εμπειρική, αρχαιογνωστική και θρησκευτική, θα στηριχθούν οι πρωτοβουλίες ορισμού του ελληνικού χώρου έως τις παραμονές της ελληνικής Επανάστασης. Σε αυτήν θα προβάλουν τις αναμνήσεις του αρχαίου και του αυτοκρατορικού παρελθόντος και την προσμονή της νέας πορείας.


Οι εξερευνήσεις της ιστορικότητας των εννοιών και των αναπαραστάσεων του ελληνικού χώρου, όσες περιλαμβάνονται σε αυτόν τον τόμο, χρωστούν πολλά στον Daniel Nordman και στις συζητήσεις που έγιναν στο Colloquium Budapest, τον Μάιο του 1997, με θέμα «Οι τόποι και τα ονόματά τους στην Ευρώπη». Ευχαριστίες οφείλονται σε όλους όσοι προκάλεσαν την συγγραφή του κάθε ενός κεφαλαίου αυτού του βιβλίου. Ειδικότερα στην Χριστίνα Αγριαντώνη και τον Δημήτρη Δημητρόπουλο, τον Ευάγγελο Λιβιεράτο, τον Ηλία Μπεριάτο, την Λουκία Δρούλια, την Αικατερίνη Κουμαριανού, τον Δημήτρη Αποστολόπουλο και τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο. Θα ήθελα, ακόμη, να χαιρετίσω την μνήμη του Στέλιου Παπαδόπουλου, που μελέτησε πρώτος τις προσλήψεις του χώρου στην παραδοσιακή ελληνική κοινωνία και μου εμπιστεύθηκε την συγγραφή του κειμένου για την Λοκρίδα. Κυρίως όμως ευχαριστώ και από εδώ τον Ευάγγελο Λιβιεράτο που δέχτηκε να συμπεριληφθούν αυτά τα κείμενα στη σειρά των εκδόσεων Ζήτη «Tαξίδια με χάρτες σε τόπους και ουτοπίες».


Περιεχόμενα

  • Χάρτες και ιστορίες
  • Γύρω από έναν στίχο του Βιργίλιου: Η Σύρος στα νησολόγια (15ος – 17ος αιώνας)
  • Επτανησιακή Τοπογραφία
  • Πολίχνες στον αρχαίο δρόμο: Στοιχεία για την Λοκρίδα κατά τους νεώτερους χρόνους
  • Η χαρτογράφηση της Θράκης, 14ος – 18ος αιώνας
  • Αθωνική ιερή χαρτογραφία: Οι απαρχές
  • Για μια ορατή αρχαιότητα: Xρήσεις και λειτουργίες του χάρτη της Ελλάδας του Νικόλαου Σοφιανού
  • Νεο-ουμανισμός, Αυτοκρατορία και Φιλελληνισμός: Καταβολές και λειτουργίες της Χάρτας του Ρήγα
  • Αντί συμπερασμάτων: Η συγκρότηση του ελληνικού χώρου 1770 – 1820
  • Ευρετήριο
  • Πρώτες δημοσιεύσεις